English inmedis

 

 

 

 
 
 

 

 

'Αρθρα Υγείας


ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΙΟΤΙΚΑ


Στις :
11/12/2005
 
Ο ορός προβιοτικά (προ + βίος, δηλαδή «προάγοντα τη ζωή») δημιουργήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους Lilly and Stilwell το 1965, ώστε να περιγραφούν «ουσίες που εκκρίνονται από έναν οργανισμό και διεγείρουν την ανάπτυξη ενός αλλού», σε ευθεία αντιπαράθεση με τον όρο αντιβιοτικά. Ακολούθως, εξαιτίας της «θετικής χροιάς» αλλά και της γενικότητας του όρου, έγινε κατάχρηση του και ο όρος κινδύνεψε να εκφυλιστεί. Ο Parker ήταν ο πρώτος ερευνητής που χρησιμοποίησε τον όρο με την έννοια που το χρησιμοποιούμε και σήμερα. Έτσι, όρισε τα προβιοτικά ως «οργανισμούς και ουσίες που συνεισφέρουν στην ισορροπία των εντερικών μικροβίων». Με τη λέξη «ουσίες» στον ορισμό, στην έννοια των προβιοτικών θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται και τα αντιβιοτικά. Έτσι, το 1989, ο Fouler πρότεινε τη βελτίωση του ορισμού των προβιοτικών, με τη διάκριση ότι πρόκειται για «διατροφικό συμπλήρωμα ζωντανών μικροβίων που ωφελεί τον ξενιστή βελτιώνοντας την ισορροπία των εντερικών του μικροβίων». Με τον τρόπο αυτόν δίνεται έμφαση στο ότι τα προβιοτικά περιέχουν ζωντανούς οργανισμούς. Αν και προτείνονται πολλοί διαφορετικοί ορισμοί για το τι είναι προβιοτικό, ο ευρύτερα χρησιμοποιούμενος και επιστημονικά πιο έγκυρος είναι αυτός. Για τον άνθρωπο, ο παραπάνω ορισμός περιλαμβάνει τα γαλακτοκομικά προϊόντα που περιέχουν καλλιέργεια, καθώς και διάφορα προϊόντα που χορηγούνται άνευ ιατρικής συνταγής και περιέχουν λυοφιλοποιημένα βακτήρια. Οι μικροοργανισμοί αυτοί συνήθως παράγουν γαλακτικό οξύ και, κατά κύριο λόγο, είναι Lactobacillus και Bifidobacterium. Σε σχέση με τους παραπάνω ορισμούς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ένα προβιοτικό μπορεί να ασκεί γενικότερη ωφέλιμη δράση στον οργανισμό, πέρα από την τροποποίηση χαρακτηριστικών του εντέρου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα οφέλη για την υγεία δεν σχετίζονται μόνο με τη διατροφική αξία
αυτών των προϊόντων, καθώς τα συστατικά του κυτταρικού τοιχώματος του Lactobacillus και του Bifidobacterium έχουν συσχετιστεί με αντικαρκινικές και ανοσορυθμιστικές δράσεις1'2.
 

Ο ορισμός των προβιοτικών δεν θα πρέπει να αφορά μόνο τα γαλακτοκομικά προϊόντα για δύο λόγους: ζωντανές προβιοτικές καλλιέργειες μικροοργανισμών μπορούν να περιέχονται και σε άλλα προϊόντα (όπως δημητριακά ή άλλες φυτικές τροφές), ενώ από την άλλη, πολλά γαλακτοκομικά προϊόντα υφίστανται επεξεργασία που οδηγεί στο θάνατο των μικροοργανισμών (π.χ. παστερίωση). Έτσι, μια άλλη πρόταση που έγινε το 1992 από τους Havenaar et al διεύρυνε περαιτέρω τον ορισμό αναφορικά με τον ξενιστή ως ακολούθως: «ζωντανή, μονήρης ή μικτή, καλλιέργεια μικροοργανισμών που χορηγούνται προκειμένου να ωφελήσουν τον ξενιστή (ζώα ή άνθρωπος), βελτιώνοντας τις ιδιότητες της ενδογενούς μικροχλωρίδας». Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Salminen και Schaafsma προχωρούν ακόμη περισσότερο, προτείνοντας ακόμη και την αφαίρεση του περιορισμού των «ωφέλιμων δράσεων».
Συνοψίζοντας, σύμφωνα με τις επικρατούσες απόψεις ως προς τη χρήση του όρου, ένα αποτελεσματικό προΒιοτικό θα πρέπει:
1. να ασκεί ωφέλιμη δράση για τον ξενιστή,
2. να είναι μη παθογόνο και μη τοξικό,
3. να περιέχει μεγάλο αριθμό ζωντανών κυττάρων,
4. να είναι ικανό να επιβιώσει και να μεταβολιστεί στο έντερο,
5. να παραμένει ζωντανό κατά την αποθήκευση και χρήση,
6. να διαθέτει ευχάριστη υφή και
7. να απομονώνεται από ίο είδος του ξενιστή.


Τι είναι τα πρε Βιοτικά
Ο όρος πρεβιοτικά εισήχθη για πρώτη φορά από τους Gibson and Roberfroid, που άλλαξαν το «προ-» σε «πρε-» εννοώντας «πριν». Έτσι, όρισαν τα πρεβιοτικά ως «μη απορροφούμενα συστατικά της τροφής που επηρεάζουν ευεργετικά τον ξενιστή, διεγείροντας επιλεκτικά την ανάπτυξη και/ή τη δραστηριότητα ενός ή περιορισμένου αριθμού βακτηρίων στο παχύ έντερο», θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ορισμός αυτός αλληλεπικαλύπτεται σε κάποιο Βαθμό με τον ορισμό των διαιτητικών ινών, αν εξαιρέσουμε την επιλεκτικότητα για συγκεκριμένα είδη μικροβίων. Ένα πρεΒιοτι-κό ευεργετεί τον ξενιστή με την προϋπόθεση ότι τα μικρόβια που διαμεσολαβούν θα πρέπει ήδη να κατοικούν στο παχύ του έντερο. Για να ταξινομηθεί μια τροφή ως πρεβιοτικό, θα πρέπει: να μην υδρολύεται ούτε και να απορροφάται στον ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα, να είναι εκλεκτικό θρεπτικό υπόστρωμα για ένα περιορισμένο αριθμό δυνητικά ωφέλιμων Βακτηρίων που κατοικούν στο παχύ έντερο, διεγείροντας έτσι την ανάπτυξη τους, το μεταβολισμό τους ή αμφότερα τα παραπάνω και να είναι ικανή να μεταβάλλει έτσι τη μικροχλωρίδα του εντέρου ώστε η σύνθεση της να προάγει την υγεία του λήπτη.
Τι είναι τα συμβιοτικά
Με βάση τους μηχανισμούς δράσης των προβιοτικών και πρεβιοτικών, έχει προταθεί η συγχορήγηση αυτών σε συνδυασμό. Οι συνδυασμοί αυτοί αποκαλούνται συμβιοτικά. Τα ζωντανά μικροβιακά πρόσθετα (προβιοτικά) μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με συγκεκριμένα θρεπτικά υλικά (πρε-βιοτικά) ώστε να ευνοηθεί η ανάπτυξη του επιθυμητού μικροβίου. Ένα
τέτοιο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι οι φρουκτοολιγοσακχαρίτες (FOS) σε συνδυασμό με Bifidobacterium. Ο συνδυασμός αυτός θα ευνοούσε την επιβίωση του προβιοτικού μικροοργανισμού, καθώς θα υπήρχε έτοιμο το θρεπτικό υλικό για την ανάπτυξη του. Ο όρος «συμβιοτικό» χρησιμοποιείται για προϊόντα που δρουν ταυτόχρονα ως προΒιοτικά και πρεΒιοτικά. Η έννοια αυτή δεν περιορίζεται απλά στη συγχορήγηση, αλλά περιέχει σημαντικά τη συνεργική δράση και, επομένως, θα πρέπει να περιορίζεται σε προϊόντα όπου το πρεβιοτικό συστατικό ευνοεί εκλεκτικά τη δράση του προβιοτικού. Με αυτή την αυστηρή έννοια, το προϊόν που περιέχει Bifidobacterium και FOS χαρακτηρίζεται ως συμβιοτικό, ενώ εάν περιείχε ένα στέλεχος LactobaciUus kazei αντί Bifidobacterium δεν θα πληρούσε τον ορισμό αφού οι FOS δεν συνεισφέρουν στην ανάπτυξη των LactobaciUus.
Δράσεις ίων προβιοτικών, τιρεΒιοτικων και συμβιοιικών Από πολλές μελέτες προτείνονται διάφορες ωφέλιμες δράσεις των προΒιοτι-κών. Έτσι, τα προΒιοτικά έχουν χορηγηθεί με επιτυχία σε βρέφη που σιτίζονταν με φόρμουλα προς αύξηση του σωματικού τους Βάρους. Από άλλους, τα προΒιοτικά έχουν χορηγηθεί σε συγκεκριμένες παθήσεις και κυρίως σε λοιμώξεις. Σε αυτά τα πλαίσια, έχει δειχθεί η δραστικότητα του στελέχους Bifidobacterium bifidum για την αντιμετώπιση της οξείας διάρροιας, οφειλόμενης σε λοίμωξη από ροταϊούς3 ενώ η χορήγηση L. addophiLus έχει δειχθεί αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της Βακτηριακής γαστρεντερίτιδας, συμπεριλαμβανομένης της διάρροιας των βρεφών από E.coli, Salmonella και ShigeLLa4. Έχει αποδειχθεί, επίσης, ότι τα Bifidobacteria είναι αποτελεσματικά στην εντερίτιδα που προκαλείται από Campylobacter5 ενώ σε άλλες περιπτώσεις, προβιοτικά που περιέχουν Bifidobacteria χορηγούνται για τη μείωση της ανάπτυξης της Candida aLbicans.
Οι μελέτες των προΒιοτικών δεν παρέχουν πάντα δεδομένα που συμφωνούν μεταξύ τους. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη χρήση δεδομένων χωρίς κατάλληλη επεξεργασία από μελέτες που δεν ήταν επαρκώς ελεγχόμενες. Ένας άλλος παράγοντας είναι ότι η επιβίωση του προβιοτικού προϊόντος μπορεί να επηρεαστεί πριν την κατανάλωση του ή πριν αυτό φτάσει στον τόπο δράσης του, δηλαδή στο παχύ έντερο εντός του ξενιστή. Ο λόγος είναι ότι τα βακτήρια συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρές επιθέσεις φυσικού ή χημικού χαρακτήρα, πριν φτάσουν στο έντερο, όπως το γαστρικό οξύ και οι εκκρίσεις του λεπτού εντέρου που περιλαμβάνουν χολικά άλατα και παγκρεατικά ένζυμα. Επιπρόσθετα, στο παχύ έντερο, τα βακτήρια έχουν πλέον να αντιμετωπίσουν τη σύνθετη και μεταβολικά ενεργό εντερική χλωρίδα.
Ας δούμε και τα πρεβιοτικά. Μέχρι σήμερα, το μεγαλύτερο τμήμα της έρευνας σε αυτά έχει επικεντρωθεί στην ανάπτυξη των Bifidobacteria και των Lactobacilli, που παράγουν γαλακτικό οξύ, καθώς με αυτούς τους μικροοργανισμούς έχουν υπάρξει ωφέλιμες για την υγεία συσχετίσεις. Ωστόσο, στο μέλλον, ίσως να διαθέτουμε πρεβιοτικά που θα στρέφονται εναντίον παθογόνων συστατικών της χλωρίδας. Για παράδειγμα, η σελοβιοζη διαθέτει την ικανότητα μείωσης της ιογόνου δράσης της Listeria monocytogenes5. Στους ενήλικες, η κατανάλωση φρουκτο-ολιγοσακχαριτών οδηγεί σε αριθμητική κυριαρχία των Bifidobacteria στα κόπρανα, ενώ παρόμοια δράση παρατηρήθηκε και σε αρουραίους. Πράγματι, τα Bifidobacteria αποτελούν λογικό στόχο για τα πρεβιοτικά. Το είδος αυτών διαφέρει μεταξύ βρεφών και ενηλίκων και από κάποιους έχει προταθεί ότι τα πρεβιοτικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μεταβολή του είδους αλλά όχι και του γένους ενός Βακτηρίου προκειμένου να επέλθει κάποια ωφέλιμη δράση. Εξάλλου, έχει αποδειχθεί ότι μεταξύ μωρών που θηλάζουν και μωρών που τρέφονται με συνθετικό γάλα των bifidobacteria της εντερικής τους χλωρίδας διαφέρει. Συνοπτικά, οι δράσεις οι οποίες αποδίδονται στα προβιοτικά και πρεβιοτικά είναι πολυάριθμες. Έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς οι ακόλουθες: e Χαμηλότερη συχνότητα και διάρκεια διάρροιας που σχετίζεται με αντιβιοτικά (Clostridium difficile), με λοίμωξη από ροταϊό, με χημειοθεραπεία και πιθανώς και της «διάρροιας των ταξιδιωτών».
• Διέγερση της χημικής και κυτταρικής ανοσίας.
® Μείωση των ανεπιθύμητων μεταβολιτών όπως της αμμωνίας και των
προκαρκινογόνων ενζύμων του παχέος εντέρου.
Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις, λιγότερο τεκμηριωμένες όμως προς το παρόν, που δείχνουν ότι τα προβιοτικά και πρεβιοτικά έχουν την ικανότητα:
· να περιορίζουν τη λοίμωξη από το Helicobacter pylori
· να μειώνουν τα αλλεργικά συμπτώματα
· να ανακουφίζουν από τη δυσκοιλιότητα
· να ανακουφίζουν από τα συμπτώματα του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου
· να ασκούν ωφέλιμη δράση στο μεταβολισμό των μετάλλων, ιδιαίτερα αναφορικά με την οστική πυκνότητα
· να προλαμβάνουν τον καρκίνο.
Η πιθανή αντί καρκινογόνος δράση των πρεβιοτικών δεν είναι καλά κατανοητή, ωστόσο πιθανολογείται ότι γι' αυτήν ευθύνεται η παραγωγή βουτυρικού οξέος από τη Βακτηριακή πέψη των διάφορων ολιγοσακχαριτών στο παχύ έντερο.
· ενδεχομένως, να μειώνουν τη χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια του πλάσματος.
θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι παλαιολιθικοί προγονοί μας κατανάλωναν εκατομμύρια φορές περισσότερα μικρόβια τύπου Lactobacillus και Bifidobacterium, καθώς και πολλαπλάσιες ποσότητες πρεβιοτικών μέσω των φρούτων, χορταρικών και λαχανικών, που αποτελούσαν Βασική και όχι συμπληρωματική πηγή διατροφής. Έτσι, ο πρωτόγονος εισήγαγε στον οργανισμό του πολύ μεγαλύτερη ποικιλία συμβιοτικών. Από πολλούς θεωρείται ότι η αύξηση των φλεγμονωδών παθήσεων, των αλλεργιών, των νεοπλασιών,της παχυσαρκίας και της στεφανιαίας νόσου που έχει παρατηρηθεί εντός του τελευταίου αιώνα θα μπορούσε να είναι συνάρτηση αντίστοιχων μεταβολών στη διατροφή. Ας βάλουμε όμως τα πράγματα σε μια σειρά.
Λίγες μικροβιολογικές γνώσεις
Τα Bifidobacteria ανήκουν στην κατηγορία των gram-θετικών αναερόβιων μικροβίων. Δεν κινούνται, δεν σχηματίζουν σπόρους και είναι αρνητικά ως προς την καταλάση. Μπορεί να έχουν διάφορα σχήματα, πάντα ως Βάκιλλοι, όπως βραχείς, καμπύλοι, δισχιδείς κλπ. Από την τελευταία παρατήρηση μάλιστα προέρχεται και η ονομασία του είδους (σχήμα που θυμίζει Υ, «δισχιδές»). Τρέφονται με σάκχαρα και παράγουν οξικό οξύ και γαλακτικό οξύ. Μέχρι σήμερα έχουν απομονωθεί 30 διαφορετικά είδη Bifidobacteria. Οι άλλοι κύριοι μικροοργανισμοί της ομάδας των προβιοτικών, τα Lactobacillus, είναι gram - θετικοί, δυνητικά αναερόβιοι Βάκιλοι, που δεν σχηματίζουν σπόρους και δε φέρουν μαστίγιο. Τα Βακτήρια αυτά πέπτουν τη γλυκόζη και επίσης παράγουν γαλακτικό οξύ.
Το έντερο «στο μικροσκόπιο»
Ο γαστρεντερικός σωλήνας αντιπροσωπεύει ένα σύνθετο οικοσύστημα, στο οποίο επικρατούν λεπτές ισορροπίες μεταξύ των μικροβίων και του ξενιστή. Η μικροχλωρίδα αποτελείται κυρίως από περιστασιακά αναερόβια ή υποχρεωτικά αναερόβια μικρόβια. Στα τελευταία, που αποτελούν το 95% του βακτηριακού πληθυσμού των ενηλίκων, περιλαμβάνεται το Bifidobacterium, το Qostridium, το Eubacterium, to Fusobacterium, ο Peptococcus, o Peptostreptococcus και το Bacteroides. Στα περιστασιακά αναερόβια περιλαμβάνονται ο Lactobacilus, η Escerichia coli, η Clebsiella, o Streptococcus, ο Staphylococcus και ο Bacillus. Ο γαστρεντερικός σωλήνας στα υγιή άτομα δεν περιέχει αερόβιους οργανισμούς, με την εξαίρεση της Pseudomonas που ανευρίσκεται σε μικρούς αριθμούς. Τα περισσότερα από τα Βακτήρια αποικίζουν το παχύ έντερο, όπου και η συγκέντρωση τους ανέρχεται σε ΙΟ11 - ΙΟ12 μονάδες σχηματισμού αποικιών (CPU) ανά χιλιοστόλιτρο. Η σύνθεση της χλωρίδας του παχέος εντέρου στον άνθρωπο επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Σε αυτούς περιλαμβάνεται η ηλικία, η ευαισθησία σε λοιμώξεις, οι πεπτικές ανάγκες και η ανοσολογική κατάσταση (από τη μεριά του ξενιστή), ενώ από τη μεριά των μικροβίων παίζει ρόλο το ρΗ, ο χρόνος διέλευσης από το έντερο, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των συστατικών της εντερικής χλωρίδας καθώς και η παρουσία και διαθεσιμότητα υλικού προς πέψη. Το τελευταίο είναι πιθανότατα και το σημαντικότερο. Τα κατάλοιπα των τροφών που έχουν περάσει από τον ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα χωρίς να διασπαστούν, καθώς και ενδογενή υλικά όπως βλέννες, αποπίπτοντα επιθηλιακά κύτταρα και προϊόντα λύσης βακτηρίων συνεισφέρουν στο υλικό που αποτελεί το θρεπτικό υπόστρωμα των μικροβίων στο παχύ έντερο ενός ενηλίκου. Το σύνηθες θρεπτικό υπόστρωμα αποτελείται κυρίως από υδατάνθρακες, με τη μορφή των διαιτητικών ινών, των σακχάρων που δεν έχουν διασπαστεί, των ολιγοσακχαριτών, των γλυκαντικών των τροφίμων και άλλων, μη απορροφούμενων, σακχάρων. Σε μικρότερο ποσοστό, το θρεπτικό υλικό αποτελείται από ουσίες που περιέχουν άζωτο, όπως οι πρωτεΐνες και τα αμινοξέα, καθώς και ορισμένα λιπίδια που μπορεί να φτάσουν στο παχύ έντερο σε μορφή που επιτρέπει το μεταβολισμό τους. Η μικροχλωρίδα του εντέρου έχει σημαντικό ρόλο στην ωρίμανση του ανοσοποιητικού συστήματος, στην ανάπτυξη της φυσιολογικής μορφολογίας του εντέρου και στη διατήρηση μιας χρόνιας και ανοσολογικά ισορροπημένης φλεγμονώδους απάντησης. Η μικροχλωρίδα ενισχύει τους μηχανισμούς φραγμού του εντερικού βλεννογόνου, αποτρέποντας τη ν προσκόλληση παθογόνων μικροοργανισμών και την είσοδο αλλεργιογόνων. Ορισμένα μέλη της μικρο-χλωρίδας πιθανώς συνεισφέρουν στη λήψη των αναγκαίων ποσοτήτων συγκεκριμένων Βιταμινών, συμπεριλαμβανομένης της βιοτΐνης, του παντοθενικού οξέος και της βιταμίνης Β12. Η χρήση αντιβιοτικών, η χρόνια νόσηση και η ηλικία μπορεί να μεταβάλλουν τη μικροβιακή χλωρίδα και έτσι να επηρεάσουν αρνητικά το ρόλο της. Στα κυκλοφορούντα προϊόντα με δράση προβιοτικού, που περιλαμβάνουν αμιγή διατροφικά συμπληρώματα ή τροφές όπως το γιαούρτι, κυρίαρχα είδη είναι το Bifidobacterium και ο Lactobacillus.
Η σημασία του μηχανισμού δράσης
Οι παραπάνω πολυάριθμες και πολυσχιδείς δράσεις είναι δύσκολο να εξηγηθούν από μια ενοποιό υπόθεση που να βασίζεται σε απλή ιδιότητα ή σε απλό μηχανισμό και να ισχύει για το σύνολο των μικροοργανισμών που ασκούν μια από τις παραπάνω δράσεις. Οι υποθετικοί μηχανισμοί που μπορεί να συμμετέχουν περιλαμβάνουν τη μείωση του ρΗ μέσω διέγερσης των μικροοργανισμών που παράγουν γαλακτικό οξύ10, την άμεση ανταγωνιστική δράση στα παθογόνα, τον ανταγωνισμό για θέσεις δέσμευσης υποδοχέων στους οποίους ένα παθογόνο στέλεχος μπορεί να δεσμευτεί, τη βελτίωση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος ή τη διέγερση κατάλληλων ανοσορυθμιστικών κυττάρων και τέλος, τον ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα θρεπτικά συστατικά και τους υπόλοιπους παράγοντες ανάπτυξης11.
Ακόμη και το ίδιο Βακτηριακό στέλεχος που δρα ως προβιοτικό πιθανώς να ασκεί διαφορετικές δράσεις, με Βάση συγκεκριμένες ιδιότητες ή ενζυματικές δραστηριότητες. Οι διάφοροι μικροοργανισμοί της φυσιολογικής χλωρίδας χαρακτηρίζονται από «προτίμηση» ως προς τις θέσεις που αποικίζουν και οι θέσεις αυτές διαφοροποιούνται από το είδος του ξενιστή. Έτσι, οι γαλακτο-Βάκιλλοι, για παράδειγμα, συγκαταλέγονται μεταξύ της ενδογενούς χλωρίδας στο στόμαχο των ποντικών και των αρουραίων, στον ειλεό του ανθρώπου και στον πρόλοΒο των πουλερικών.
Από την άλλη πλευρά, τα διάφορα βακτήρια βρίσκονται σε μεγαλύτερο αριθμό στο παχύ έντερο, ιδίως στα κόπρανα, σε σχέση με τους γαλακτοβάκιλλους. Είναι προφανές ότι ο ανταγωνισμός που σχετίζεται με αυτή τη θέση θα πρέπει να ασκηθεί με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από τους τελευταίους. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν οι «προτιμήσεις» των βακτηρίων που προϋπάρχουν και που εξαρτώνται, 1) από τη μεμβράνη των επιθηλιακών κυττάρων, 2) από το εάν αποικίζουν τον ειλεό, το τυφλό ή το παχύ έντερο, 3) από το είδος της Βλέννης που καλύπτει το επιθήλιο και 4) από τη διάμετρο του αυλού του εντέρου. Ο ανταγωνισμός για τις θέσεις σύνδεσης μεταξύ προ-Βιοτικών και παθογόνων μικροοργανισμών εξαρτάται από τα παραπάνω χαρακτηριστικά και προτιμήσεις. Ας δούμε λίγο αναλυτικότερα κάποιες από αυτές. Ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει τους πληθυσμούς των Βακτηρίων είναι ο χρόνος διέλευσης από το έντερο. Τα Βακτήρια που αποικίζουν θέσεις όπου η διέλευση τροφής είναι ταχεία, πρέπει να προσκολλώνται επαρκώς στο Βλεννογόνο και να προσαρμόζονται στις συνθήκες που επικρατούν σε αυτή τη θέση προσκόλλησης. Ως συνέπεια, η πυκνότητα μικροβίων στο λεπτό έντερο είναι χαμηλή, ενώ αυτά αφθονούν στον αυλό του παχέος εντέρου, όπου ευνοείται ο αποικισμός των μικροοργανισμών χωρίς αυτοί να φέρουν μόρια προσκόλλησης. Αρκετά ενδογενή, παθογόνα ή προβιοτικά, βακτήρια έχουν «στόχο» την επιφάνεια του επιθηλίου, προσκολλώμενα σε αυτή και η προσκόλληση αυτή διαμεσολαβείται από συγκεκριμένα οργανύλλια όπως τα βακτηριακά νημάτια. Το στρώμα της βλέννης μπορεί να αποτελέσει καλή θέση αποικισμού και προστατεύει τον ξενιστή σε κάποιες περιπτώσεις από ανεπιθύμητους αποικισμούς.
Εάν συνυπολογίσουμε τη μεγάλη ποικιλία των χαρακτηριστικών αυτών και τις διάφορες παραμέτρους που αφορούν τον ξενιστή, είναι ξεκάθαρο ότι ένα προ-βιοτικό με αποδεδειγμένη δράση σε ένα είδος μικροβίων και σε ένα ξενιστή δεν είναι απαραίτητο ότι δρα παρόμοια σε άλλα στελέχη ή ξενιστές. Ως αποτέλεσμα αυτής της πολυπλοκότητας, η οποία ξεφεύγει από τις τεχνικές δυνατότητες παρατήρησης που διαθέτουμε, τα παραπάνω ζητήματα δεν είναι ξεκάθαρα.
Οι νέες μοριακές τεχνικές
Ένας σημαντικός παράγοντας που θα Βοηθούσε στην ανάπτυξη προβιοτικών που γνωρίζουμε με Βεβαιότητα ότι φτάνουν στον τόπο δράσης τους περιλαμβάνει τη χρήση ειδικών εργαστηριακών τεχνικών που Βοηθούν στην ταυτοποίηση και κατηγοριοποίηση των στελεχών στα κόπρανα. Το ανθρώπινο έντερο περιέχει μια μεγάλη ποικιλία βακτηρίων, που υπολογίζεται σε άνω των 400 ειδών. Η παλαιότερη περιγραφική και διαγνωστική βακτηριολογία έχει Βασιστεί στην τακτοποίηση μικροοργανισμών με Βάση το φαινότυπο (όπως η χρώση Gram ή η κυτταρική μορφολογία) και τη λειτουργία (όπως οι βιοχημικές αντιδράσεις). Ωστόσο, η έρευνα σε αυτή τη μορφή θεραπείας εξαρτάται από την ικανότητα να απομονώσουμε και να καλλιεργήσουμε τους μικροοργανισμούς και πολλές από τις δοκιμασίες παρουσιάζουν χαμηλή αναπαραγωγιμότητα και μειωμένη αξιοπιστία με συνέπεια τελικά τον ανεπαρκή προσδιορισμό. Στα πλαίσια αυτά, η περιγραφή και η ταξινόμηση των αναερόβιων οργανισμών του εντέρου, όπως και πολλών άλλων μικροοργανισμών, είναι αβέβαιη και τεχνητή σε ένα Βαθμό. Η συστηματική Βακτηριολογία σημείωσε μια επανάσταση κατά τα τελευταία χρόνια με την εμφάνιση ανάλυσης αλληλουχίας του λυσοσωμικού RNA 16S, η οποία έχει δώσει σημαντική ώθηση στην έρευνα που αφορά τα προβιοτικά και τα πρεΒιοτικά12.
Οδηγίες για την καλή κλινική πράξη
Σε ό, τι αφορά τα πρεβιοτικά, τα άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη θα πρέπει να χρησιμοποιούν με προσοχή όσα περιέχουν λακτουλόζη, λακτιλόλη ή τρανσγαλακτο-ολιγοσακχαρίτες. Στην περίπτωση που αναφέρονται από το ιστορικό γαστρεντερικά συμπτώματα (μετεωρισμός, αέρια, διάρροια) με τη χρήση διαιτητικών ινών, θα πρέπει να αναμένονται παρόμοια συμπτώματα και με τη χρήση πρεβιοτικών. Εξάλλου, όσοι υποβάλλονται σε ολική ακτινοθεραπεία στην κοιλιακή χώρα θα πρέπει να αποφεύγουν τη χρήση συμπληρωμάτων που περιέχουν πρεβιοτικά. Οι έγκυες και οι θηλάζουσες θα πρέπει να χρησιμοποιούν πρεβιοτικά μόνο μετά από σύσταση του γιατρού τους. Γενικά, οι πρεβιοτικοί ολιγοσακχαρίτες είναι καλά ανεκτοί σε δόσεις μέχρι και 10g. Οι ολιγοσακχαρίτες μπορούν να ενισχύσουν την απορρόφηση ασβεστίου και μαγνησίου των τροφών από το παχύ έντερο. Συμπερασματικά, Βλέπουμε ότι είναι πλέον δυνατός ο χειρισμός της σύνθεσης της μικροχλωρίδας του εντέρου, τόσο σε βρέφη όσο και σε ενήλικες, με τη χορήγηση διατροφικών συμπληρωμάτων. Η βελτίωση των επιστημονικών τεχνικών ταξινόμησης των μικροβίων αναμένεται να δώσει σημαντική ώθηση σε αυτή τη δυνατότητα και να επιτρέψει την οριστική αξιολόγηση της χλωρίδας του εντέρου14. Με τη σειρά του, αυτό θα επιτρέψει την έρευνα των οφελών που μπορεί να έχει η τροποποίηση της μικροχλωρίδας για την υγεία. Η θεραπευτική χρήση των συμβιοτικών τείνει να συνιστά ιδιαίτερο κλάδο, τη αποκαλούμενη «διατροφική θεραπευτική». Ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη ομοφωνία για το ρόλο της. Δεν είναι Βέβαιο κατά πόσο είμαστε κοντά στη χρήση συμβιοτικών ως εναλλακτικής θεραπείας για τις λοιμώξεις του γαστρεντερικού συστήματος. Προς το παρόν πάντως, τα προβιοτικά έχουν θέση στην πρόληψη και θεραπεία της λοιμώδους διάρροιας, στη διάρροια που οφείλεται σε χρήση αντιβιοτικών και στην πρόληψη της σηψαιμίας, ενώ μπορεί επίσης να είναι χρήσιμα στην πρόληψη αλλεργικών και φλεγμονωδών παθήσεων, αναπνευστικών παθήσεων ή στην αύξηση της δραστικότητας των εμβολίων.


Βιβλιογραφία
1. Steward-lull DBS. The immunological activities of bacterial pepti-doglycans. Ann Rev Microbiol 1980; 34: 311-40.
2. Okutomi T, Inagawa H, Mizu.no DI et a I. Priming effect of orally administered muramyl dipeptide on induction of endogenous tumor necrosis factor. J Biol Response Mod 1990; 9: 564-9.
3. Isolauri E, Joensuu J, Vesikari Τ et a 1. Improved immunogenicity of oral D 3 RRV reassortant rotavirus vaccine by Lactobacillus casei GG. Vaccine 1995; 13: 310-2.
4. Tojo M, Oikawa T, Morikawa Y, et al. The effects of Bifidobac-terium breve administration on Campylobacter enteritis. Acta Paediatr Jpn 1987; 29: 160-7.
5. Park SF, Kroll RG. Expression of listeriolysin and phosphatidylinosi-tol-specific phospholipase C is repressed by the plant-derived molecule cellobiose in Listeria monocytogenes. Mol Microbiol 1993;8:653-61.
6. Stark PL, Lee A. The microbial ecology of the large bowel of breast-fed and formula-fed infants during the first year of life. J Med Microbiol 1982; 15: 189-203.
7. Benno Y, Sawada K, Mitsuoka T. The intestinal microflora of infants: composition of fecal flora in breast-fed and bottle-fed infants. Microbiol Immunol 1984; 28: 975-86.
8. Yoshita M, Fujita K, Sakata H, Muronon K, Iseki K. Development of the normal intestinal flora and its clinical significance in infants and children. Bifidobacteria Microflora, 1991; 10: 11-27.
9. Fuller R, ed. Probiotics: the scientific basis. London: Chapman & Hall, 1992.
10. Langhendries JP, Detry J, Van Hees J, et al. Effect of a fermented infant formula containing viable bifidobacteria on the fecal flora composition and pH of healthy full-term infants. J Pediatr Gastroenterol Nutr 1995; 21: 177-81.
11. De Vuyst L, Vandamme EJ. Antimicrobial potential of lactic acid bacteria. In: De Vuyst L, Vandamme EL, eds. Bacteriocins of lactic acid bacteria. Glasgow, United Kingdom: Blackie Academic and Professional, 1994: 91-142.
12. Langendijk PS, Schut F, Tansen GJ, et al. Quantitative fluorescence in situ hybridization of Bifidobacterium spp. with genus-specific
13. 16S rRNA-targeted probes and its application in fecal samples. Appl Environ Microbiol 1995; 61: 3069-75.
14. Probiotics, prebiotics, and synbiotics: approaches for modulating the microbial ecology of the gut. David Collins and Glenn R Gibson. Am J Clin Nutr 1999; 69 (suppl): 1052S-7S. Ά


Οι σημαντικότερες ουσίες που ανήκουν στα πρεβιοτικά είναι οι ακόλουθες.
· Οι φρουκτοολιγοσακχαρΐτες (fructo-oligosaccharides-FOS). Τυπικά περιλαμβάνονται εδώ ολιγοσακχαριτες μικρής αλύσου όπως η D-φρουκτόζη και η D-γλυκόζη. Οι FOS παράγονται για εμπορική χρήοη από την σουκρόζη (καλαμοσάκχαρο, ζάχαρη) με τη δράση ενζύμων. Οι FOS ανθίστανται στη πέψη και φθάνουν στο παχύ έντερο όπου διεγείρουν την ανάπτυξη των bifidobacterium.
· Οι ινουλίνες (inulins). Πρόκειται για ομάδα φυσικώς απαντώμενων ολιγοσακχαριτών που περιέχουν φρουκτόζη. Χημικώς ανήκουν στις φρουκτάνες. Παράγονται εμπορικά από τις ρίζες του Cichorium intybous (ραδίκι) και από την αγγινάρα. Οι ινουλίνες διεγείρουν την ανάπτυξη των bifidobacterium.
· Οι ισομαλτο-ολιγοσακχαρίτες (isomalto-oligosaccharides). Αποτελούν μίγμα από διάφορα σάκχαρα (isomaltose, panose, isomaltotetraose, nigerose και πολλά άλλα). Παράγονται μέσω πολλών ενζυματικών αντιδράσεων και διεγείρουν την ανάπτυξη των bifidobacterium και lactobacUlus.
· Η λακτιλόλη (lactilol). Είναι δισακχαρίτης ανάλογος της λακτουλόζης. Χρησιμοποιείται στη θεραπεία της δυσκοιλιότητας και της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας. Στην Ιαπωνία χρησιμοποιείται επίσης ως πρεβιοτικό. Στην Ευρώπη χρησιμοποιείται ως γλυκαντικό τροφών. Στις ΗΠΑ δεν χρησιμοποιείται εκτός πειραματικών πλαισίων. Διεγείρει την ανάπτυξη των bifidobacterium και lactobacllus.
· Η λακτοσουκρόζη (Lactosucrose). Είναι τρισακχαρίτης αποτελούμενος από D-γαλακτόζη, D-γλυκόζη και D-φρουκτόζη. Παράγεται μέσω ενζυματικών αντιδράσεων και χρησιμοποιείται στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία στα λειτουργικά τρόφιμα (functional foods). Επιλεκτικά ενισχύει σημαντικά την ανάπτυξη των bifidobacterium.
· Η λακτουλόζη (Lactulose). Ημισυνθετικός δισακχαρίτης αποτελούμενος από D-λακτόζη και D-φρουκτόζη. Φτάνει στο παχύ έντερο όπου υφίσταται ζύμωση από βακτήρια μεταβάλλοντας το οικοσύστημα υπέρ των bifidobacterium και lactobacillus.
· Οι πυροδεξτρίνες (pyrodextrins). Αποτελούν μίγμα ολιγοσακχαριτών που παράγεται από υδρόλυση του αμύλου. Ενισχύουν την ανάπτυξη των bifidobacterium.
· Οι ολιγοσακχαρίτες της σόγιας (soy oligosaccharides). Αποτελούν ολιγοσακχαρίτες που λαμβάνονται από τη σόγια. Σημαντικότεροι είναι η ραφινόζη (raffinose) και η σταχυόζη (stachyose). Ενισχύουν την ανάπτυξη των bifidobacterium.
· Οι τρανσγαλακτο-ολιγοσακχαρίτες (transgalacto-oligosaccharides, TOS). Αποτελούν μίγμα ολιγοσακχαριτών που παράγονται από την D-λακτόζη με τη δράση ενζύμων. Ενισχύουν την ανάπτυξη των bifidobacterium.

Ιδιαιτερότητες των βρεφών
Η δίαιτα λοιπόν ασκεί μείζονα επιρροή στους πληθυσμούς των βακτηρίων του εντέρου και στην ανάπτυξη αυτών. Το γεγονός αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για ένα βρέφος, το οποίο μπορεί να θηλάζει ή να διατρέφεται με φόρμουλα και από την επιλογή αυτή εξαρτάται σημαντικά η σύνθεση της εντερικής χλωρίδας του. Ο γαστρεντερικός σωλήνας ενός νεογνού είναι αποικισμένος από οργανισμούς που προέρχονται από το γαστρεντερικό σωλήνα της μητέρας και από το περιβάλλον. Ο τελευταίος παράγοντας αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν το μωρό γεννηθεί με καισαρική τομή. Στην περίπτωση που ένα βρέφος γεννηθεί στο νοσοκομείο, το έντερο του τείνει να αποικίζεται περισσότερο από νοσοκομειακά μικρόβια, παρά από τη χλωρίδα της μητέρας του. Κατά τις πρώτες ημέρες της ζωής αναπτύσσονται οι διάφοροι βακτηριακοί πληθυσμοί οι οποίοι αρχικά περιέχουν μεγάλο ποσοστό αναερόβιων μικροβίων, όπως Ε. coli και Streptococcus. Η περαιτέρω πορεία εξαρτάται από τον τρόπο σίτισης του βρέφους.
Στα νεογνά, ιδίως αυτά που θηλάζουν, τα Bifidobacteria αποικίζουν το έντερο εντός ημερών από τη γέννηση. Ο πληθυσμός αυτών των μικροβίων φαίνεται ότι παραμένει σταθερός μέχρι και την προχωρημένη ηλικία οπότε και αρχίζει να μειώνεται6. Γενικά, επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της δίαιτας, της λήψης αντιβιοτικών και του στρες. Υπάρχουν αρκετά δεδομένα που δείχνουν ότι η μικροχλωρίδα των μωρών που θηλάζουν περιέχει σε μεγάλο Βαθμό Bifidobacteria, ενώ αντίθετα, όσα μωρά τρέφονται με φόρμουλα παρουσιάζουν μια πιο πολύπλοκη χλωρίδα, όπου κανένα βακτηριακό γένος δεν επικρατεί7. Όπως έχει από καιρό παρατηρηθεί, τα βρέφη που θηλάζουν παρουσιάζουν χαμηλότερο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων σε σχέση με τα υπόλοιπα, γεγονός που μπορεί να αποδίδεται στην επικράτηση των Bifidobacteria8. Ως παράγοντες ανάπτυξης των bifidobacteria θεωρούνται οι ολιγοσακχαρίτες, η γλυκόζη, η γαλα-κτόζη και τα ολιγομερή φουκόζης, που περιέχονται σε σημαντικό ποσοστό στο ανθρώπινο γάλα. Το γάλα αυτό έχει μικρότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, γεγονός που επίσης ευνοεί την ανάπτυξη των Bifidobacteria. Εξάλλου, από ορισμένα συστατικά, όπως η γαλακτοφερρίνη και ορισμένα λιπίδια, αναστέλλονται κάποιοι μικροοργανισμοί, ενώ ορισμένα βακτήρια μπορεί να λειτουργούν διεγερτικά για την ανοσοσφαιρίνη Α, την κυρίαρχη ανοσοσφαιρίνη των εκκρίσεων. Μετά τα δύο πρώτα έτη ζωής, η εντερική χλωρίδα προσεγγίζει αυτή του ενήλικα. Σε μωρά που δεν θηλάζουν παρουσιάζεται η ευκαιρία τροποποίησης της εντερικής χλωρίδας μέσω της χορήγησης συμπληρωμάτων όπως τα προβιοτικά, τα πρεβιοτικά και τα συμβιοτικά. Με βάση τη γνώση ότι τα Bifidobacteria αποτελούν το κυρίαρχο βακτηριακό γένος στα μωρά που θηλάζουν, οι ερευνητές έχουν προτείνει ότι η ενσωμάτωση πρεβιοτικών στη φόρμουλα τα οποία θα επηρεάζουν αυτούς τους μικροοργανισμούς ίσως να έχει κάποια χρησιμότητα9. Το ζήτημα αυτό αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία, καθώς όλο και περισσότεροι τοκετοί πραγματοποιούνται σε νοσοκομειακές συνθήκες.


ΤΑ ΣΥΝΗΘΕΣΤΕΡΑ ΠΡΟΒΙΟΤΙΚΑ

Lactobacilli
· L. acidophilus
· L casei
· L. delbrueckii subsp. bulgaricus
· L reuteri
· L brevis
· L cellobiosus
· L. curvatus
· L fermentum
· L. plantarum
Gram-positive cocci
· Lactococcus Lactis subsp. cremoris
· Streptococcus salivarius subsp. thermophilus
· Enterococcus faecium
· S.intermedius
Bifidobacteria
· Β . bifidum
· B. adolescentis
· B. animalis
· B. infantis
· B. J.longum
· B. thermophilum


Download Article

 

Επιστροφή

 

 
inmeds
 
Home | About Us | Υγεία | Αρθρογραφία | Forums | Links | Contact Us
© www.InMedis.gr 2006